εικονοστάσιο

εικονοστάσιο
και εικονοστάσι, το (AM εἰκονοστάσιον)
1. το μέρος τού σπιτιού όπου τοποθετούνται οι άγιες εικόνες
2. το διάφραγμα, το χώρισμα μεταξύ τού κυρίως ναού και τού Αγίου Βήματος, στολισμένο με τον καθιερωμένο τύπο εικόνων
νεοελλ.
μικρό κτίσμα στο ύπαιθρο όπου τοποθετείται εικόνα ή εικόνες
αρχ.
ο χώρος στον οποίο τοποθετούνται τα λατρευτικά αγάλματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εικονοστάσιο ή εικονοστάσι — Διάφραγμα από γλυπτό ξύλο ή πέτρα που χωρίζει το Άγιο Βήμα από τον υπόλοιπο ναό (βλ. λ. τέμπλο)· το σημείο εκείνο του σπιτιού όπου οι πιστοί τοποθετούν εικόνες αγίων …   Dictionary of Greek

  • Λότο, Λορέντσο — (Lorenzo Lotto, Βενετία περ. 1480 – Λορέτο 1556). Ιταλός ζωγράφος. Το πρόβλημα της καλλιτεχνικής του διαμόρφωσης δεν έχει εντελώς επιλυθεί. Τα έργα του Προσωπογραφία του επισκόπου ντε Ρόσι (1505, πινακοθήκη Νάπολης), Εικονοστάσιο της αγίας… …   Dictionary of Greek

  • Ντε Ρομπέρτι, Έρκολε — (Ercole de Roberti, Φεράρα 1456 – 1496). Ιταλός ζωγράφος. Είναι, μαζί με τον Κοσμέ Τούρα και το Φραντσέσκο ντελ Κόσα, ένας από τους τρεις κυριότερους εκπροσώπους της Αναγέννησης στη Φεράρα. Μαζί με τους άλλους δύο διακόσμησε σε πολύ νεαρή ηλικία… …   Dictionary of Greek

  • Τσουριγκέρα — (Churiguera). Οικογένεια αρχιτεκτόνων και γλυπτών, από την Καταλονία, που επέβαλαν στην Ισπανία, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του17ου αι., έναν ιδιαίτερο ρυθμό μπαρόκ, ονομαζόμενο απ’ αυτούς τσουριγκερέσκο. Η τέχνη του μπαρόκ, που είχε… …   Dictionary of Greek

  • Λόχνερ, Στέφαν — (Stephan Lochner, Μέερσμπουργκ 1408; – Κολονία 1451). Γερμανός ζωγράφος. Υπήρξε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της υστερογοτθικής περιόδου. Το έργο του έγινε ευρύτερα γνωστό κατά τον 19o αι., όταν οι κριτικοί της εποχής κατόρθωσαν να… …   Dictionary of Greek

  • Μπελίνι, Τζοβάνι — (Giovanni Bellini, αποκαλούμενος και Τζαμπελίνο, Βενετία, περ. 1430 – 1516). Ιταλός ζωγράφος, από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών. Η σημασία της ζωγραφικής του επισκιάζει την ατομική του αξία, επειδή εγκαινιάζει τη μεγάλη βενετσιάνικη ζωγραφική …   Dictionary of Greek

  • Τισιανός, Βετσέλιο — (Tiziano, Πιέβε ντι Καντόρε περίπου το 1487 – Βενετία 1576). Ιταλός ζωγράφος. Αν και γύρω στο 1508 09 ο Τ. εργαζόταν στο Εργαστήριο των Γερμανών στη Βενετία μαζί με τον Τζορτζιόνε, ο πίνακας της Αμβέρσας με τον Επίσκοπο Γιάκοπο Πέζαρο που… …   Dictionary of Greek

  • Μούλτσερ, Χανς — (Hans Multscher, Ράιχενχοφεν, περ. 1400 – Ουλμ 1467). Γερμανός ξυλογλύπτης και ζωγράφος. Εργάστηκε κυρίως στην Ουλμ από το 1427 έως το 1467. Τα σημαντικότερα έργα του είναι τα δύο εικονοστάσια των Αγίων Τραπεζών του Βούρτσαχ και του Βιπιτένο. Το… …   Dictionary of Greek

  • Μποτιτσέλι, Σάντρο Φιλιπέπι — (Sandro Filipepi detto il Botticelli, Φλωρεντία περ. 1445 – 1510). Ιταλός ζωγράφος. Εργάστηκε ίσως πρώτα κοντά σε κάποιο χρυσοχόο αλλά μαθήτευσε, όπως αναφέρει ο Βαζάρι, στο ζωγραφικό εργαστήριο του Φρα Φιλίπο Λίπι. Την πληροφορία επιβεβαιώνει… …   Dictionary of Greek

  • Ντελ Κόσα, Φραντσέσκο — (Francesco del Cossa, Φεράρα 1436 – Μπολόνια 1478). Ιταλός ζωγράφος. Καθοδηγήθηκε από τον πατέρα του στη ζωγραφική τέχνη. Το 1470 διακόσμησε μαζί με άλλους καλλιτέχνες το μέγαρο Σκιφανόια στη Φεράρα με τις αλληγορίες των μηνών Μαρτίου, Απριλίου… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”